Άννα Λυδάκη
Συνηγορία των
ζώων
Εισαγωγή στο βιβλίο Περί ζώων με λογική
και συναίσθημα, Ψυχογιός, Αθήνα 2011
Στη βραβευμένη κορεάτικη ταινία του
Κιμ –Κι- Ντουκ Άνοιξη, καλοκαίρι,
φθινόπωρο, χειμώνας και …άνοιξη
(2003) το μικρό παιδί παίζοντας δένει από
μια πέτρα πάνω σε ένα ψάρι, ένα βάτραχο
και ένα φίδι. Ο δάσκαλός του το βλέπει
και όταν κοιμάται ο μικρός τού δένει
στη δική του πλάτη μια βαριά πέτρα.
Ξυπνώντας ο νεαρός μαθητευόμενος, και
διαπιστώνοντας πόσο δύσκολο είναι να
κινηθεί με την πέτρα στη ράχη, ρωτάει
το γιατί. Ο μοναχός του λέει πως, αν δεν
βρει τα ζώα να τα ελευθερώσει, η πέτρα
θα μείνει για πάντα στην καρδιά του. Ο
μικρός στην ταινία με το ασήκωτο βάρος
στην πλάτη, αντιλαμβάνεται το άδικο που
έχει διαπράξει, παίρνει το σκληρό μάθημά
του και καταλαβαίνει πως ό,τι κάνει εις
βάρος των ζώων γίνεται βάρος στην καρδιά
και στη ζωή.
Τα ζώα δεν μπορούν να μιλήσουν, να
διεκδικήσουν, να απαιτήσουν μια καλύτερη
μεταχείριση, γι’ αυτό και κατά τη
διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου
αντιμετωπίζονται με διάφορους τρόπους.
Άλλοτε με συμπάθεια και αγάπη, άλλοτε
με φόβο και δέος, άλλοτε με αδιαφορία ή
σκληρότητα. Σίγουρα, όμως από την εποχή
των Φώτων, τον 17ο αιώνα, τα πράγματα
γίνονται πολύ άσχημα για τα ζώα και τη
φύση γενικότερα. Τότε, ταυτόχρονα με
τις επιστημονικές ανακαλύψεις, συντελείται
και «η πλέον θεμελιώδης τραγωδία του
πνεύματος στη διαδικασία του πολιτισμού
εν γένει ίσως», γράφει ο Γκ. Ζίμελ, και
αυτό «είναι το γεγονός ότι το μέρος ενός
όλου, ο άνθρωπος, μετατρέπεται σε αυτόνομο
όλον, αποσπώμενο από το πρώτο και
αξιώνοντας απέναντί του ένα δικό του
δίκαιο…». (Περιπλάνηση στη νεωτερικότητα,
Αλεξάνδρεια 2004, σ. 179 κ.ε.). Αναφερόμενοι
στην ίδια εποχή οι Μ. Χορκχάιμερ και Τ.
Αντόρνο παραλληλίζουν την απομάγευση
και την υποδούλωση της φύσης με την
κυριαρχία του ανθρώπου από τον άνθρωπο
και την καταπίεση της γυναίκας από τον
άνδρα, σημειώνοντας επίσης: «Η κατοχή
του Λόγου διέπει τη φανερή ιστορία και
τα άλογα πλάσματα τον υπέστησαν. Ακόμη
και το πιο ισχυρό ζώο είναι άπειρα
αδύναμο…» (Διαλεκτική του Διαφωτισμού,
Νήσος 1996, σ. 391).
Το ανθρώπινο «δίκαιο» βασίστηκε εν
τέλει στην ιεράρχηση των ειδών, στην
ανωτερότητα του λευκού έναντι του
έγχρωμου (ρατσισμός), στην κατωτερότητα
της γυναίκας (σεξισμός), στις διακρίσεις
εις βάρος των διαφορετικών, των ξένων
κλπ. και, βέβαια, στον υποβιβασμό και
την εκμετάλλευση των ζώων που θεωρήθηκαν
όντα χωρίς ψυχή και συνείδηση, ανίκανα
να αισθανθούν και να συναισθανθούν.
Ωστόσο, τα ζώα δεν είναι κατώτερα όντα.
Αισθάνονται, πονούν, αγαπούν,
αντιλαμβάνονται, κρίνουν, θυμούνται,
έχουν συνείδηση, έχουν ικανότητες που
δεν έχουμε, έχουν δικαιώματα. Ζώα άγρια
που ο «πολιτισμός» τα διώχνει από τους
χώρους τους, ζώα κατοικίδια που μας
υπηρετούν ως σύντροφοι, ζώα παραγωγικά
που εκτρέφονται σε άθλιες συνθήκες για
τροφή και ένδυση, ζώα που βασανίζονται
στα εργαστήρια και ταλαιπωρούνται στο
τσίρκο, ζώα που κακοποιούνται και
σκοτώνονται άνευ λόγου, ζώα έγκλειστα
σε μπαλκόνια και ταράτσες, ζώα
εγκαταλελειμμένα, ζώα και φυτά που
καίγονται μέσα σε φλόγες που ανάβουν
ανενδοίαστοι, κήτη που το αίμα τους
βάφει κόκκινες τις θάλασσες, πουλιά που
σφαίρες σταματούν απότομα το πέταγμά
τους, είναι όλα Γήινα, όπως αναφέρεται
και στο ομότιτλο εξαιρετικό φιλμ του
Shaun Monson
Earthlings
(http://vodpod.com/watch/1360118-earthlings-greek-subtitles).
Όλα είναι όντα που κατοικούν στη γη,
συνυπάρχοντας με το ανθρώπινο είδος
εντός της φύσης και κανείς δεν έχει το
δικαίωμα να θεωρεί εαυτόν κυρίαρχο του
κόσμου.
Το «δίκαιο» που αναχωρεί από τη θέση
ότι ο άνθρωπος είναι το ανώτερο ον είναι
άδικο. Όμως και ο απλός οίκτος του
δυνατού προς τον αδύναμο δείχνει μια
συγκατάβαση άνευ αξίας -άλλο το πάθος
και άλλο η συν-πάθεια, και τα όντα που
πάσχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση
είναι τα ζώα. Εκείνο που οφείλουμε να
κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να
αναπτύξουμε μια εν-παθητική σχέση μαζί
τους, να αντιληφθούμε τα δεινά που
υφίστανται, να τα αγαπήσουμε όπως
«αγαπάει ο έξυπνος τον αθώο,
ο δυνατός τον ευάλωτο…» (Monson,
Earthlings) και
να αναλάβουμε δράση υπέρ τους. Υπέρ των
όντων που επί σειρά ετών ήταν
αποδέκτες μιας απαράδεκτης, ανήθικης,
απάνθρωπης συμπεριφοράς εκ μέρους
εκείνου που υπερηφανεύεται πως είναι
κάτοχος της αλήθειας και της γνώσης.
Αυτός είναι και ο στόχος του παρόντος
τόμου: Να διατυπωθεί δημόσια μια συνηγορία
των ζώων εκφρασμένη από επιστήμονες
και λογοτέχνες, ανθρώπους των γραμμάτων
και των τεχνών που γράφουν με λογική
και συναίσθημα και με την πεποίθηση ότι
πρέπει να ξημερώσουν καλύτερες μέρες
για τα αδικημένα όντα του πλανήτη. Είναι
ένα βιβλίο στρατευμένο, όμως αυτό δεν
αναιρεί τίποτα από την εγκυρότητα των
επιχειρημάτων υπέρ των ζώων. Λέγεται
πως η επιστήμη οφείλει να διαχωρίζει
τη λογική από το συναίσθημα, όμως δεν
πιστεύουμε ότι η ασυγκινησία προάγει
την ορθολογικότητα. Η θυμική διάθεση
στην οποία βρισκόμαστε ορίζει τον τρόπο
θέασης των πραγμάτων, όσο και αν θέλουμε
να πιστεύουμε πως είμαστε «αντικειμενικοί».
Παρά ταύτα, γράφοντας για τα ζώα
προσπαθήσαμε να ελέγξουμε το συναίσθημα,
τη θετική συγκινησιακή κατάσταση
απέναντί τους και με λογικά επιχειρήματα
να καταδείξουμε το ανήθικο της
εκμετάλλευσής τους και των βιαιοπραγιών
εναντίον τους. Παράλληλα με λογοτεχνικό
τρόπο καταγράφονται εμπειρίες και η
παρουσία των ζώων στα έργα του ανθρώπου.
Ο τόμος περιέχει μια ποικιλία θεμάτων
καθώς μέλη της Ακαδημίας Αθηνών (από
τις τάξεις των Ηθικών και Πολιτικών
Επιστημών και των Γραμμάτων και των
Καλών Τεχνών) και Έλληνες και ξένοι
πανεπιστημιακοί, πρωτοπόροι του κινήματος
για τα δικαιώματα των ζώων, δέχτηκαν
πρόθυμα να συνεργαστούν μαζί μας
στέλνοντας κείμενά τους, ενώ σημαντικοί
σύγχρονοι λογοτέχνες και γνωστοί
δημοσιογράφοι συμμετέχουν στον τόμο
με λογοτεχνικά κείμενα.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη.
Στο πρώτο, Εικόνες ζωής, εμπεριέχονται
πέντε κεφάλαια. Στα δύο πρώτα («Στους
δρόμους της πόλης», «Οι σύντροφοι»), οι
συγγραφείς αφηγούνται προσωπικές
εμπειρίες και σκέψεις τους για τα ζώα
και εκθέτουν τις απόψεις τους σχετικά
με την αντιμετώπισή τους. Στο τρίτο
κεφάλαιο αυτού του μέρους («Οι θεραπευτές)
καταγράφεται η συνεισφορά των ζώων
–συναισθηματικά και πρακτικά- σε
δύσκολες καταστάσεις σχετικά με την
υγεία του ανθρώπου. Το επόμενο κεφάλαιο
(«Στη γη, στο νερό, στον αέρα…») εμπεριέχει
κείμενα για την άγρια πανίδα στη θάλασσα,
στον αέρα, στη στεριά, η οποία κινδυνεύει
να εξαφανιστεί και περιγράφονται σ’
αυτό εμπειρίες από τη «συνάντηση»
ανθρώπου – άγριου ζώου, όταν το ανθρώπινο
βλέμμα πέφτει πάνω σ’ αυτά. Στο κεφάλαιο
«Ο εγκλεισμός» καταγγέλλεται η απάνθρωπη
μεταχείριση των ζώων στο τσίρκο, στους
ζωολογικούς κήπους, στα εργαστήρια
πειραμάτων και στους τόπους εκτροφής
τους για εκμετάλλευση.
Στο δεύτερο μέρος, Δημιουργίες,
σχολιάζεται η παρουσία των ζώων στην
τέχνη, λαϊκή και αστική. Το πρώτο κεφάλαιο
(«Λαϊκά δρώμενα, μύθοι και παραμύθια»)
έχει κείμενα για τις μεταμφιέσεις
ανθρώπων σε ζώα, τις μιμήσεις τους σε
λαϊκά δρώμενα και τελετουργίες, για την
αλληγορική παρουσία των ζώων στους
μύθους, τις παραδόσεις και τα μαγικά
παραμύθια και ερμηνεύεται ο συμβολισμός
τους. Στο δεύτερο κεφάλαιο («Τέχνης έργα
και… τεχνολογίας») τα ζώα εμφανίζονται
δυναμικά στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία,
τον κινηματογράφο, τα κόμικς και τον
κυβερνοχώρο.
Το τρίτο μέρος, Προς μια νέα ηθική,
είναι περισσότερο θεωρητικό. Στο
πρώτο κεφάλαιο («Έπλασεν δε Κύριος ο
Θεός εκ της γης πάντα τα ζώα…»)
παρουσιάζονται η θέση της Ορθόδοξης
Εκκλησίας, σκέψεις για τη ζωή με τα ζώα
και για τις σχετικές φιλοσοφικές
θεωρήσεις, θρησκευτικές λαϊκές δοξασίες,
η νοσταλγία του ανθρώπου για τη χαμένη
ενότητα με τη φύση και ο διακαής –συχνά
ανομολόγητος- πόθος επιστροφής σ’ αυτή.
Στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο («Τα
δικαιώματα των ζώων», «Βάζοντας τέλος
στην εκμετάλλευση υποκειμένων-μιας-ζωής»)
Έλληνες και ξένοι πανεπιστημιακοί
αναφέρονται τεκμηριωμένα σε ζητήματα
ηθικής και δικαιωμάτων των ζώων, στη
χωρίς λογικό έρεισμα διάκριση των ειδών
(σπισισμός - ειδισμός), στη συμπόνια με
την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε
όλα τα όντα. Ακόμη, προτείνουν τρόπους
ένταξης των ζώων στο φυσικό τους
περιβάλλον και εκφράζουν τις απόψεις
τους για τη δυσανεξία μιας κοινωνίας,
η οποία πίστεψε ότι οι εξελίξεις στην
επιστήμη και την τεχνολογία –που
οπωσδήποτε καλυτέρευσαν τη ζωή μας- θα
έφερναν και την ευημερία.
Τα κεφάλαια κλείνουν με ποιήματα ή
λογοτεχνικά κείμενα (από την αρχαιότητα
μέχρι τις μέρες μας) απ’ όπου με ευαισθησία
και ενσυναίσθηση αναδύεται η συμπάθεια,
ο σεβασμός και η αγάπη προς τα ζώα.
Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους: σε
επιστήμονες ειδικευμένους σε ζητήματα
περιβαλλοντικής ηθικής, στο ευρύ κοινό
που αναζητά απαντήσεις σε τέτοιου είδους
ζητήματα, σ’ εκείνους που ακόμη
αντιμετωπίζουν διστακτικά τα ζώα, σ’
εκείνους που τ’ αγαπούν «από μακριά»,
σ’ εκείνους που ζουν μαζί τους. Ταυτόχρονα,
η δυναμική παρουσία πολλών από τους πιο
σημαντικούς σύγχρονους πεζογράφους
και ποιητές, οι οποίοι καταθέτουν τις
σκέψεις και τις εμπειρίες τους κοντά
στα ζώα, δίνει λογοτεχνική χροιά στο
βιβλίο συνεπικουρώντας στον διττό
στόχο του εγχειρήματος: 1. Να παρουσιάσει
τα δικαιώματα των ζώων και να πείσει
ότι η καταπίεση, η κακοποίηση και η
εκμετάλλευσή τους πρέπει να σταματήσουν,
και ότι η διάκριση των ειδών είναι
αδικαιολόγητη και ανήθικη και 2. Να είναι
ένα ανάγνωσμα που προσφέρει γνώση και
ευχαρίστηση συγχρόνως.
Τέλος, να πούμε ότι η ιδέα για τη δημιουργία
του παρόντος τόμου γεννήθηκε μετά τη
δημοσίευση του σχετικού αφιερώματος
στο Βήμα Ιδεών του Αυγούστου 2010. Η
θετική ανταπόκριση γνωστών και αγνώστων
ώθησε τον Γιάννη Μπασκόζο κι εμένα να
προχωρήσουμε παραπέρα με τη συνεργασία
σπουδαίων ανθρώπων, τους οποίους
ευχαριστούμε θερμά για την ευαισθησία
και τις γνώσεις που κατέθεσαν στα κείμενά
τους. Ο εκδότης Θάνος Ψυχογιός, εξαιρετικά
φιλόζωος ο ίδιος, αγκάλιασε αμέσως την
προσπάθειά μας και τον ευχαριστούμε
γι’ αυτό. «Ευχαριστώ» οφείλουμε στους
ομότιμους καθηγητές Μιχάλη Γ. Μερακλή
του Πανεπιστημίου Αθηνών και Θεοδόση
Π. Τάσιο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου
για τις εποικοδομητικές συζητήσεις
καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας
του τόμου. Να ευχαριστήσουμε, ακόμη,
θερμά την Αγγέλα Σωτηρίου, υπεύθυνη του
εκδοτικού τμήματος των εκδόσεων
«Ψυχογιός» και την επιμελήτρια Μαρία
Μπανούση για την εξαιρετική συνεργασία
καθώς και τη Χρυσούλα Μπουκουβάλα και
τη Ραλλού Ρουχωτά. Ευχαριστούμε, επίσης,
τη Θεοδώρα Δαρβίρη για την αφιλοκερδή
προσφορά της και τον Χρήστο Τζοβάρα για
τη βοήθειά του.
Όλοι εμείς που δηλώσαμε «παρών» στη
δημιουργία αυτού του τόμου -και είμαστε
σίγουροι ότι υπάρχουν και πάρα πολλοί
άλλοι- αγαπάμε τα ζώα, δηλαδή τη ζωή,
όπως υποστηρίζει ο φίλος Γιώργος Ρούσης
αναφερόμενος σε εκείνους που αισθάνονται
στοργή και συμπόνια γι’ αυτά. Πιστεύουμε
ότι είναι καιρός να βάλουμε ένα τέλος
στην οίηση που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο
είδος. Ο λογοκεντρικός/εργαλειακός
τρόπος ύπαρξής μας με τις διανοητικές
αναλύσεις, πρέπει να εμπλουτιστεί με
στοιχεία αναστοχασμού –όχι μόνο ατομικού
αλλά και σε σχέση με τα υπόλοιπα όντα.
Η νοσταλγία της χαμένης ενότητας, η
καταστροφή του συνεχούς της ύπαρξης
και η απώλεια της «φωνής» των ζώων και
της φύσης, σε συνειδητό ή ασυνείδητο
επίπεδο, ταλανίζουν και εμάς τους ίδιους·
γίνονται «πέτρα», όμοια μ’ εκείνη στη
ράχη του αγοριού, και πληρώνουμε ακριβά
την ύβρι που διαπράττουμε. Και όσο
πιο σύντομα το αντιληφθούμε και αλλάξουμε
στάση απέναντι σε όλα τα γήινα όντα
τόσο το καλύτερο για όλους.